Ο Μήτσος, ένας αρχηγός...

Ο Μήτσος, ένας αρχηγός...


Με μια λιτή ανακοίνωση, όπως ταιριάζει στην περίσταση, ο Πανιώνιος έκανε γνωστό χθες ότι έφυγε από κοντά μας ο αρχηγός του: ο Δημήτρης Μαυρίκης, ο μεγάλος «Μήτσος». Η κηδεία του θα γίνει σήμερα  στον Μελιγαλά Μεσσηνίας στο χωριό του, όπου έζησε τα τελευταία τρία χρόνια δίνοντας καθημερινά τη μάχη του με την επάρατη νόσο. Του είχαν δώσει έξι μήνες ζωής – έζησε τρία ολόκληρα χρόνια: υπήρξε μέχρι το τέλος μαχητής και στη ζωή του στην ίδια, όσο μαχητής ήταν στον αγωνιστικό χώρο. Οι φίλοι του γνωρίζαμε τον αγώνα του – πολλοί που δεν ήξεραν τη μάχη που έδωσε αιφνιδιάστηκαν από την είδηση της φυγής του: ήταν μόλις 65 χρονών. Οι πιτσιρικάδες οπαδοί του Πανιώνιου, που δεν τον έχουν δει να παίζει ίσως δυσκολευτούν να καταλάβουν το γιατί η φυγή του σκόρπισε τόση συγκίνηση, εμείς οι μεγαλύτεροι που τον θυμόμαστε σαν ποδοσφαιριστή είπαμε «κρίμα» γιατί τον βλέπαμε πάντα με συμπάθεια. Και οι πραγματικοί Πανιώνιοι και Νεοσμηρνιώτες, που τον ήξεραν καλύτερα, νοιώθουν από χθες τον πόνο που νοιώθουν όλοι όσοι έχασαν ένα δικό τους άνθρωπο.

Μόνο μεγάλες περιπέτειες

Ο Μήτσος ήταν μορφή και αυτή είναι η μόνη λέξη που μπόρεσα να βρω για να τον περιγράψω. Στο σύντομο βιογραφικό που ο Πανιώνιος έδωσε χθες στη δημοσιότητα για να τιμήσει τη μνήμη του μπορεί, αν το διαβάσει κανείς, να καταλάβει ότι η παρουσία του, η καριέρα του και κάμποσα σημαντικά κεφάλαια της ομάδα είναι έννοιες ταυτόσημες. Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που έχουν συνδέσει την καριέρα τους με τίτλους ιστορικούς κι άλλοι που έχουν να διηγούνται χρονιές δύσκολες και «σωτηρίες» απίστευτες. Υπάρχουν πολλοί που έκαναν καριέρα γιατί μια μοίρα τους χάρισε το προνόμιο η παρουσία τους σε μια ομάδα να συνδεθεί με μια τουλάχιστον μεγάλη περιπέτεια – αυτή η μοίρα υπήρξε για το Μήτσο γενναιόδωρη, άλλες δυστυχώς όχι. Στον Πανιώνιο, στα δεκαεπτά χρόνια που αγωνίστηκε ως ποδοσφαιριστής (και σε πολλά άλλα που ήταν πάντα εκεί αφού ο Πανιώνιος ήταν η ζωή του), ο Μαυρίκης έζησε σχεδόν τα πάντα: κατέκτησε ένα κύπελλο σαν ποδοσφαιριστής και ένα σαν γενικός αρχηγός και οι τίτλοι αυτοί, σπάνιοι και σχεδόν ανεπανάληπτοι, μετράνε όσο λίγοι στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου γιατί κερδήθηκαν με ιδρώτα κι όχι με ξόδεμα εκατομμυρίων – δεν ήταν λάφυρα, ήταν κατακτήσεις. Αγωνίστηκε σε ευρωπαϊκά παιγνίδια σε εποχές που αυτά για τον Πανιώνιο έμοιαζαν όνειρο.

Είδε την ομάδα να σώζεται σε μπαράζ, αλλά και να πέφτει από την κατηγορία. Έμεινε σε αυτή για να τη δει να επιστρέφει κι έζησε αγωνίες που αφορούσαν την ίδια την επιβίωσή της. Τα έζησε όλα ως αρχηγός, στην πρώτη γραμμή πονώντας, συμπάσχοντας, υποφέροντας. Με ουσιαστικό αντάλλαγμα την αναγνώριση του κόσμου και μόνο: το δικαίωμα να περπατάει στην πλατεία με το κεφάλι ψηλά αυτός ένας υιοθετημένος Νεοσμυρνιώτης.

Ένας πραγματικός μαγνήτης

Είναι τρομερό πόσο οι περιπέτειες του στον Πανιώνιο καθόρισαν τελικά και τον ίδιο τον χαρακτήρα του. Χθες έμαθα ότι ήρθε στην Αθήνα από το Μελιγαλά γιατί ήθελε να σπουδάσει στη Νομική – δεν το ήξερα και ομολογώ ότι μου ήταν και δύσκολο να το φανταστώ. Πάντα πίστευα πως ο Μαυρίκης στη Νέα Σμύρνη και στον Πανιώνιο σπούδασε τη ζωή την ίδια, πως αυτό ήταν τελικά ένα είδος προορισμού. Οσο περιπετειώδης υπήρξε η καριέρα του στον Πανιώνιο, άλλο τόσο ήταν και η ζωή του. Το καφέ του Μαυρίκη στην πλατεία δεν ήταν κάτι διαφορετικό από τον Πανιώνιο: ήταν για χρόνια ένας τόπος συνάντησης κι ο Μήτσος ήταν και σε αυτό αρχηγός. Καμία από τις επιχειρηματικές του προσπάθειες δεν έγινε με σκοπό το χρήμα και σε όλες, όπως και στον Πανιώνιο, οι παρόντες ήταν τελικά οι φίλοι, που ήταν πάντα πολλοί. Ο Μήτσος ήταν ένας μαγνήτης που τους τραβούσε όλους παντού: ακόμα και το θρυλικό του προποτζίδικο ήταν περισσότερο χώρος συνεύρεσης – κι από αυτό μέσα μπήκε, ποτέ δεν κατάλαβα πως. Δεν τον θυμάμαι επίσης ποτέ του να διαμαρτύρεται για τίποτα: ένα χαμόγελο θυμάμαι που συνόδευε κάθε ιστορία από τις εκατοντάδες που μπορούσε να διηγηθεί. Και που όλες είχαν πάντα τον ίδιο πρωταγωνιστή: «αυτόν τον αλήτη τον Πανιώνιο», που έλεγε κι ο Αντώνης ο αδερφός του που σίγουρα τις είχε ακούσει όλες.

Με όλους τους μεγάλους

Τον αγαπούσαν πολύ τον Μαυρίκη οι Πανιώνιοι και πάντα θα τον αγαπάνε. Και μόνο όποιος έχει δει κι έχει ζήσει αυτή την αγάπη τους μπορεί να καταλάβει για τι είδους ράτσα μιλάμε. Οι άνθρωποι έχουν δει μερικούς από τους μεγαλύτερους Ελληνες ποδοσφαιριστές όλων των εποχών κι όμως το Μαυρίκη τον αγαπούσαν περισσότερο από όλους, γιατί ξέρουν να ξεχωρίζουν την πίστη από τα προσόντα και την καρδιά από την ικανότητα.

Ο ίδιος ο Μήτσος καμάρωνε που έχει παίξει με όλους τους μεγάλους: έτρεξε πολύ για το Θωμά το Μαύρο, μεγάλωσε σαν γιό του το Δημήτρη το Σαραβάκο κι απόλαυσε κάθε παιγνίδι του με το Νίκο τον Αναστόπουλο, «αυτό το δαίμονα που ήταν ο καλύτερος όλων» έλεγε. Όμως πάντα, όσο ο Μαυρίκης μιλούσε για αυτούς τους τεράστιους (και για άλλους πολλούς υπέροχους με τους οποίους υπήρξε συμπαίκτης), το πανιώνιο ακροατήριο του έβλεπε μόνο τον ίδιο: «αρχηγός», «σημαία» κι εν τέλει αληθινά δικός τους ήταν για τους Πανιώνιους αυτός. Και λίγοι άλλοι, σίγουρα τυχεροί γιατί βρήκαν μια σπάνια ράτσα οπαδών που στο όνομά τους ορκίζεται.

Σχεδόν το ίδιο

Δεν έπαιξε στην Εθνική ο Μαυρίκης. Δεν πέτυχε το ωραιότερο γκολ του πρωταθλήματος. Δεν ήταν ο πρώτος σκόρερ της ομάδας στην πορεία της για τον τίτλο. Στις λίστες των μεγαλύτερων γκολτζήδων κανείς δεν του δίνει μια θέση. Δεν ανάγκασε ομάδες να τον πληρώσουν εκατομμύρια. Αλλά για να καταλάβετε πόσο σημαντικός  ήταν σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να σε αγαπούν χωρίς να έχεις κάνει τίποτα από όλα αυτά: αν αυτό συνέβη και συμβαίνει είναι γιατί εσύ έδωσες πολλά και είχες και την τύχη να τα χαρεί ένα κοινό που ξέρει και καταλαβαίνει από αξίες.

Η κηδεία του θα γίνει στο Μελιγαλά. Αν είχε γίνει στη Νέα Σμύρη θα είχαμε λαϊκό προσκύνημα, αλλά ο Μήτσος δεν τα ήθελε αυτά: «αρχηγός» ήταν, όχι λαοπλάνος. Και σαν αρχηγός έφυγε: μαχητής μέχρι το τέλος χωρίς να δώσει σε κανένα το δικαίωμα να τον λυπηθεί. Θα τον θυμάμαι και με το περιβραχιόνιο στο μπράτσο, αλλά και με ένα τσιγάρο και ένα ποτό στο χέρι να συντροφεύουν το χαμόγελό του. Θα τον θυμάμαι ξεχωριστό και σπάνιο, γεμάτο βεβαιότητα ότι η ζωή και ο Πανιώνιος είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα.

Αντίο φίλε…